Το πιο αναγνωρίσιμο όνομα στο ελληνικό ούζο ποντάρει σοβαρά στον «ξάδελφό» του από σταφύλι. Η Ποτοποιία Πλωμαρίου Ισίδωρος Αρβανίτης, ο οίκος της Λέσβου πίσω από το κορυφαίο ούζο της χώρας, επενδύει περίπου €6,2 εκατ. σε αποστακτήριο τσίπουρου στη Θεσσαλία — μια κίνηση που βυθίζει την εταιρεία σε μια κατηγορία με ισχυρούς εξαγωγικούς ανέμους.
Η λογική είναι γραμμένη στα ίδια τα νούμερα της εταιρείας. Οι εξαγωγές αντιστοιχούν ήδη σε πάνω από το μισό των πωλήσεων, και το Πλωμάρι φτάνει σε περισσότερες από 45 χώρες, από την Ισλανδία ως τη Χιλή, τη Νότια Αφρική και την Ταϊλάνδη. Η Γερμανία και το Ιράκ είναι από τις μεγαλύτερες αγορές, με ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία, Βρετανία και Βουλγαρία σημαντικές — στη Βουλγαρία το brand βρίσκεται δεύτερο μόνο πίσω από ένα παγκόσμιο ουίσκι.
Γιατί τσίπουρο, γιατί τώρα
Στο εσωτερικό, η εικόνα είναι πιο δύσκολη. Η κατανάλωση ελληνικού ούζου έχει μειωθεί δραματικά την τελευταία δεκαπενταετία, σπρώχνοντας τους παραγωγούς να αναζητήσουν ανάπτυξη στο εξωτερικό και να διευρύνουν τα χαρτοφυλάκιά τους. Το τσίπουρο — όλο και πιο δημοφιλές στα μπαρ και στα ράφια εξαγωγής — είναι το φυσικό επόμενο βήμα για μια εταιρεία που ήδη παράγει το τσίπουρο Δεκαράκι δίπλα στη σειρά ούζου.
Η επιλογή της Θεσσαλίας δεν είναι τυχαία: η περιοχή είναι από τις ιστορικές «πατρίδες» του τσίπουρου στην Ελλάδα, κοντά στην πρώτη ύλη και σε μια παράδοση απόσταξης που το brand μπορεί αξιόπιστα να διεκδικήσει.
Ένα χαρτοφυλάκιο σε επίθεση
Η γκάμα του Πλωμαρίου ξεπερνά ήδη το κλασικό μπουκάλι: το τριπλά αποσταγμένο premium Άδολον, το Ούζο Ματαρέλλι, το τσίπουρο Δεκαράκι και το απόσταγμα μαστίχας Αξία. Το νέο αποστακτήριο δείχνει ότι το επόμενο κεφάλαιο του πρωταθλητή του ελληνικού ούζου θα γραφτεί τόσο με σταφύλι όσο και με γλυκάνισο — και όλο και περισσότερο, για τον κόσμο.