Τα ελληνικά παραδοσιακά αποστάγματα — ούζο, τσίπουρο και τσικουδιά — μπαίνουν στο 2026 με πραγματική δυναμική. Οι εξαγωγές ελληνικών αποσταγμάτων έφτασαν τα €114,5 εκατ. το 2024, από €106,2 εκατ. έναν χρόνο νωρίτερα, ξεπερνώντας το όριο των €100 εκατ. για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά και επιβεβαιώνοντας άνοδο περίπου 16,6% μέσα σε μια δεκαετία.
Ο όγκος λέει την ίδια ιστορία: οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά ~3% στα 13,9 εκατ. λίτρα καθαρής αλκοόλης, ενώ η συνολική παραγωγή ανέβηκε 3,2% στα 21,4 εκατ. λίτρα. Ακόμη και η εγχώρια κατανάλωση — για χρόνια σε υποχώρηση — ενισχύθηκε 2% στα 7,3 εκατ. λίτρα, ένα σπάνιο θετικό σημάδι για την εσωτερική αγορά.
Μια κατηγορία χτισμένη στην προέλευση
Αυτό που ξεχωρίζει την ελληνική κατηγορία είναι η προέλευση. Τα προϊόντα με Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης ή Γεωγραφική Ένδειξη — μεταξύ τους το τσίπουρο, η τσικουδιά, η μαστίχα Χίου και τα λικέρ εσπεριδοειδών της Νάξου — αντιστοιχούν σε πάνω από 70% της παραγωγής και σχεδόν 80% των εξαγωγών. Η προέλευση, δηλαδή, κάνει τη μεγάλη εμπορική δουλειά.
Ο κλάδος παραμένει εντυπωσιακά βιοτεχνικός. Περίπου 300 μονάδες παραγωγής, στη συντριπτική πλειονότητά τους μικρές και οικογενειακές, είναι διάσπαρτες σε ηπειρωτική χώρα και νησιά, στηρίζοντας την απασχόληση στην περιφέρεια από τη Λέσβο ως την Κρήτη.
Το «κοκτέιλ» των προκλήσεων
Η δυναμική, ωστόσο, συναντά αντίθετους ανέμους. Οι παραγωγοί επισημαίνουν τον υψηλό Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ) που πιέζει την τιμολόγηση, το αυξημένο ενεργειακό και λειτουργικό κόστος, και τη χαλαρότερη ζήτηση από μια Gen Z που πίνει λιγότερο και στρέφεται όλο και περισσότερο σε επιλογές χωρίς αλκοόλ. Οι γεωπολιτικές εντάσεις και η κλιματική αστάθεια συμπληρώνουν το μείγμα.
Τα αιτήματα του κλάδου είναι σταθερά: εκσυγχρονισμός του νομοθετικού πλαισίου, λιγότερη γραφειοκρατία, σύγκλιση του ΕΦΚ προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και χρηματοδότηση συντονισμένης προβολής στο εξωτερικό. Αν κινηθούν αυτοί οι μοχλοί, το 2026 μπορεί να μετατρέψει μια καλή χρονιά σε μια δομικά καλύτερη δεκαετία.